Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Η Πολιτική της Συλλογικής Αμνησίας και η Κρίση Αξιοπιστίας στο Σύγχρονο Ελληνικό Πολιτικό Σύστημα

 Το 1993, η ιστορική αποστροφή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, «το όνομα του κρατιδίου αυτού, σε λίγα χρόνια, κανείς δεν θα το θυμάται», υπερέβαινε τα όρια της συγκυριακής διπλωματικής εκτίμησης. Στην πραγματικότητα, αποτύπωνε μια διαχρονική και εν πολλοίς κυνική σταθερά της ελληνικής πολιτικής σκηνής: την πεποίθηση της πολιτικής ελίτ ότι η συλλογική μνήμη διαθέτει περιορισμένο βάθος χρόνου και ότι ο ιστορικός χρόνος λειτουργεί ως μηχανισμός εξάλειψης των πολιτικών ευθυνών.

Πάνω σε αυτόν ακριβώς τον μηχανισμό της «συλλογικής αμνησίας» επιχειρείται σήμερα η πολιτική παλινόρθωση προσώπων και παρατάξεων, που φιλοδοξούν να επιστρέψουν στο προσκήνιο με το ένδυμα του «σωτήρα». Ωστόσο, η κοινωνική πραγματικότητα διαψεύδει αυτή την προσδοκία. Το παραγωγικότερο κομμάτι της κοινωνίας —ο μεσαίος χώρος και η γενιά των χιλιάδων νέων επιστημόνων που εξαναγκάστηκαν σε μετανάστευση — διατηρεί νωπή την ιστορική μνήμη της διαχείρισης των εθνικών και οικονομικών τυχών της χώρας.

Παρά τις φαινομενικές ιδεολογικές και ρητορικές τους διαφοροποιήσεις, οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών ακολούθησαν μια ιδιότυπη πολιτική «σκυταλοδρομία» στα μείζονα ζητήματα, η οποία χαρακτηρίστηκε από τη συστηματική διάψευση των προεκλογικών υποσχέσεων και την υπονόμευση της κοινωνικής συνοχής. Οι βασικοί πυλώνες αυτής της πολιτικής συνοψίζονται στα εξής:

  • Η Εκποίηση Στρατηγικών Υποδομών: Η παραχώρηση κρίσιμων εθνικών υποδομών, όπως τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια, η ΔΕΗ και άλλοι οργανισμοί κοινής ωφέλειας, στέρησε από το κράτος αναπτυξιακά εργαλεία και δημόσια έσοδα.
  • Η Μακροχρόνια Υποθήκευση της Δημόσιας Περιουσίας: Η θεσμοθέτηση του Υπερταμείου και η δέσμευση της εθνικής περιουσίας για 99 έτη αποτέλεσε μια πρωτοφανή παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, που ναρκοθετεί το μέλλον των επόμενων γενεών.
  • Η Οικονομική Εξαθλίωση της Μεσαίας Τάξης: Η επιβολή μόνιμων φορολογικών βαρών (όπως ο ΕΝΦΙΑ), η εξοντωτική υπερφορολόγηση και η ασφαλιστική μεταρρύθμιση (Νόμος Κατρούγκαλου) επέφεραν καίριο πλήγμα στη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας —τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους μισθωτούς.
  • Η Βίαιη Συρρίκνωση του Εισοδήματος: Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία εξαθλίωσης έπαιξε το οριζόντιο κούρεμα των μισθών τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Η επιλογή αυτή, που εφαρμόστηκε ως εύκολη λύση δημοσιονομικής προσαρμογής, υποβάθμισε βίαια το βιοτικό επίπεδο της μεσαίας τάξης, εκμηδένισε την αγοραστική δύναμη των πολιτών και οδήγησε στην de facto φτωχοποίηση ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, αφήνοντας βαθιές πληγές στην κοινωνική συνοχή.

Υπό το πρίσμα αυτό, η σύγχρονη προσπάθεια των ίδιων πολιτικών δρώντων να εμφανίζονται ως τιμητές, κριτές ή μελλοντικοί λυτρωτές της κοινωνίας, στερείται ιστορικής και ηθικής νομιμοποίησης.

Η ανάγκη για αναστοχασμό γίνεται ακόμη πιο επιτακτική σήμερα, σε μια περίοδο όπου η εκτελεστική εξουσία ελέγχεται για πλήγματα στο Κράτος Δικαίου, ενώ η πολιτική επικαιρότητα κυριαρχείται από αλλεπάλληλα σκάνδαλα που κλονίζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.

Απέναντι σε αυτή τη θεσμική και πολιτική αποδιάρθρωση, η απάντηση της κοινωνίας πρέπει να κινηθεί σε συγκεκριμένες στρατηγικές κατευθύνσεις:

Η αποχή από την εκλογική διαδικασία δεν αποτελεί λύση ούτε μορφή αποτελεσματικής διαμαρτυρίας. Αντίθετα, διευκολύνει τη διατήρηση του υπάρχοντος status quo και νομιμοποιεί την αυθαιρεσία. Η συμμετοχή στις κάλπες αποτελεί το πρωταρχικό εργαλείο δημοκρατικού ελέγχου και τη μόνη οδό για τη θεσμική αλλαγή.

Πριν από την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, απαιτείται μια αυστηρή αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν. Οι πολίτες οφείλουν να αξιολογήσουν τους διεκδικητές της ψήφου τους όχι με βάση τη ρητορική τους δεινότητα, αλλά με γνώμονα την αξιοπιστία (τη συνέπεια μεταξύ λόγων και έργων) και την αποτελεσματικότητα που επέδειξαν κατά τη διάρκεια της πρότερης κυβερνητικής ή κοινοβουλευτικής τους θητείας. Εξίσου κρίσιμος παράγοντας είναι η επίδειξη υψηλών αντανακλαστικών απέναντι σε φαινόμενα τοξικότητας. Προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων, ακραίες φωνές και ρητορικές μίσους φαίνεται να βρίσκουν απήχηση —κυρίως σε πολιτικά απαίδευτα ή απογοητευμένα στρώματα της κοινωνίας— συγκεντρώνοντας ποσοστά της τάξης του 3% με 3,5%. Η διολίσθηση προς τον εκλογικό ριζοσπαστισμό δεν αποτελεί διέξοδο, αλλά απειλή για το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα.

Η υπέρβαση της πολυεπίπεδης κρίσης προϋποθέτει μια κοινωνία που αρνείται να ξεχάσει, αλλά και να παρασυρθεί από εύκολους αφορισμούς. Η ιστορική γνώση, η ορθολογική σκέψη και η κριτική αποτίμηση του παρελθόντος αποτελούν τα μοναδικά αναχώματα απέναντι στην πολιτική εξαπάτηση, τον λαϊκισμό και τη θεσμική παρακμή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Πολιτική της Συλλογικής Αμνησίας και η Κρίση Αξιοπιστίας στο Σύγχρονο Ελληνικό Πολιτικό Σύστημα

  Το 1993, η ιστορική αποστροφή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, «το όνομα του κρατιδίου αυτού, σε λίγα χρόνια, κανείς δεν θα το θυμάται» , υπερέ...